ΔΙΑΘΩΡΑΚΙΚΗ ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΙΑ

Υπερηχογράφημα H χρησιμότητα του διαθωρακικού υπερήχου στα νοσήματα του θωρακικού τοιχώματος, του υπεζωκότα και των πνευμόνων, είναι πλέον αδιαμφισβήτητη. Tο διαθωρακικό υπερηχογράφημα αποτελεί το πιο γρήγορο, ασφαλές και μη επεμβατικό μέσο διαγνωστικής προσέγγισης του αναπνευστικού ασθενούς, χωρίς επιπλοκές και ακτινοβολία. Τα αποτελέσματα της εξέτασης είναι άμεσα και οι πληροφορίες είναι πολλές φορές πιο χρήσιμες από εκείνες που μας προσφέρει η απλή ακτινογραφία.

Η διαθωρακική υπερηχογραφία είναι σημαντική σε πολλές παθολογικές καταστάσεις, όπως:

  • Διάγνωση πνευμοθώρακα, πνευμονίας, ατελεκτασίας, πλευρίτιδας, πνευμονικού οιδήματος και διαμέσων πνευμονοπαθειών
  • Παθήσεις διαφράγματος
  • Διάγνωση πνευμονικής εμβολής
  • Κατευθυνόμενη βιοψία υπεζωκότα, θωρακικού τοιχώματος και περιφερικών όγκων του πνεύμονα
  • Κατευθυνόμενη παρακέντηση πλευριτικής συλλογής
  • Τοποθέτηση καθετήρων

ΕΝΔΕΙΞΕΙΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΑΓΜΑΤΟΠΟΙΗΣΗ ΥΠΕΡΗΧΟΓΡΑΦΙΚΑ ΚΑΘΟΔΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΔΙΑΘΩΡΑΚΙΚΗΣ ΒΙΟΨΙΑΣ

    Υπερηχογράφημα
  • Όζος σε ακτινογραφία θώρακος ή αξονική τομογραφία θώρακος, για τον οποίο δεν τέθηκε διάγνωση με βρογχοσκόπηση
  • Επίμονες διηθήσεις, μονήρεις ή πολλαπλές για τις οποίες δεν τέθηκε διάγνωση από καλλιέργειες πτυέλων ή αίματος ή με βρογχοσκόπηση (πνευμονία)

Απαραίτητη προυπόθεση για να πραγματοποιηθεί βιοψία είναι να είναι: 1) οι βλάβες ορατές με τον υπέρηχο και 2) προσεγγίσιμες με τη βελόνα βιοψίας. Καθ’οσον ο αέρας θεωρείται «κακός» αγωγός των υπερήχων, για να είναι ορατή μια μάζα υπερηχογραφικά θα πρέπει να είναι περιφερική, δηλαδή σχεδόν σε επαφή με τον υπεζωκότα. Στην περίπτωση αυτή η υπερηχογραφικά καθοδηγούμενη διαθωρακική βιοψία πνεύμονος είναι η πρώτη επιλογή και θα πρέπει να προτιμάται από την αξονικά καθοδηγούμενη βιοψία, γιατί είναι μέθοδος ασφαλέστερη, ταχύτερη και με μικρότερο κόστος. Tο ποσοστό των προσβάσιμων με διαθωρακική βιοψία μαζών, φτάνει το 40% των περιπτώσεων.


ΑΝΤΕΝΔΕΙΞΕΙΣ

Δεν υπάρχουν απόλυτες αντενδείξεις για την πραγματοποίηση υπερηχογραφικά καθοδηγούμενης βιοψίας πνεύμονος. Προηγηθείσα πνευμονεκτομή είναι η ισχυρότερη, αλλά όχι απόλυτη, αντένδειξη. Ο ασθενής θα πρέπει να αποφύγει αεροπορικό ταξίδι για 6 εβδομάδες μετά την επέμβαση. Θα πρέπει πάντοτε να υπολογίζεται το προσδοκώμενο όφελος σε σχέση με τις πιθανές επιπλοκές.


ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΤΟΥ ΑΣΘΕΝΟΥΣ

Ο ασθενής θα πρέπει να είναι ενήμερος για το λόγο της επέμβασης, τα διαγνωστικά οφέλη, τις πιθανές επιπλοκές, την τοπική αναισθησία αλλά και τις εναλλακτικές επιλογές για τη διάγνωση.


ΕΛΕΓΧΟΣ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΕΠΕΜΒΑΣΗ

  1. Θα πρέπει να ελέγχονται ο χρόνος προθρομβίνης (PT), μερικής θρομβοπλαστίνης (APTT) και ο αριθμός των αιμοπεταλίων
  2. Αντιπηκτικά ή αντιαιμοπεταλιακά φάρμακα από του στόματος θα πρέπει να διακοπούν πριν την επέμβαση, για χρονικό διάστημα ανάλογο με το είδος του φαρμάκου
  3. Οι ασθενείς που πρόκειται να υποβληθούν σε βιοψία πνεύμονος θα πρέπει προηγουμένως να έχουν υποβληθεί σε σπιρομετρικό έλεγχο. Ασθενείς με επιβαρυμένη αναπνευστική λειτουργία θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με περίσκεψη
  4. Ασθενείς με σοβαρού βαθμού πνευμονική υπέρταση θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με περίσκεψη
  5. Θα πρέπει να είναι διαθέσιμη πρόσφατη αξονική τομογραφία θώρακος. Όλες οι απεικονιστικές εξετάσεις του ασθενούς, καινούργιες και παλαιότερες, θα πρέπει να μελετηθούν με προσοχή και θα πρέπει να είναι διαθέσιμες την ώρα της επέμβασης. Αγγειοβριθείς μάζες θα πρέπει να αντιμετωπίζονται με ιδιαίτερη προσοχή.
  6. Εάν υπάρχει σημαντική αλλαγή στη κλινική κατάσταση του ασθενούς θα πρέπει να πραγματοποιηθεί νέα αξονική τομογραφία θώρακος μια μέρα πριν την επέμβαση.

ΕΠΙΠΛΟΚΕΣ

Η συνηθέστερη επιπλοκή της διαθωρακικής βιοψίας πνεύμονος είναι ο πνευμοθώρακας, όμως είναι συνήθως μικρός και δεν απαιτεί διασωλήνωση του ημιθωρακίου. Άλλες σπανιότερες επιπλοκές είναι πνευμονική αιμορραγία (5-16,9%), η αιμόπτυση (1,25-5%), η εμβολή με αέρα και ο αιμοθώρακας από τραυματισμό των μεσοπλεύριων αγγείων. Οι περισσότερες επιπλοκές συμβαίνουν κατά τη διάρκεια της επέμβασης ή μέσα σε μία ώρα μετά την επέμβαση. Η βιοψία δεν απαιτεί νοσηλεία του ασθενούς, αλλά παραμονή σε ελεγχόμενο χώρο για τουλάχιστον 2 ώρες μετά την επέμβαση. Νοσηλεία απαιτείται μόνο σε ασθενείς υψηλού κινδύνου.